Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Με ένα μπαούλο λίρες

Ήταν στενάχωρα μέσα στους θάμνους και τα αγκάθια τους τρυπούσαν το σώμα με κάθε κίνηση. Κάθε μέρα έβρισκε άλλη κρυψώνα για να κρυφτεί μαζί με τα μεγαλύτερα παιδιά του. Για τα μικρά δε φοβόταν τόσο, τα άφηνε μαζί με τη μάνα τους στο σπίτι. Τα μικρότερα βύζαιναν ακόμα άλλωστε.
“Έφυγαν” άρχισε να φωνάζει ο χωριανός του. “Έφυγαν!”.

Πόσο καιρό λαχταρούσε να ακούσει αυτή τη λέξη. Πόσο καιρό ήθελε να μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος και να ζει μαζί με τη γυναίκα και τα εννιά παιδιά του. Μα σκέφτηκε πως ο χωριανός του ποτέ δε πείνασε, πάντα έβρισκε τον “τρόπο” να μένει χορτασμένη η οικογένεια του.

Έκανε νόημα στα παιδιά να μη κουνηθούν, να μη βγουν από τους θάμνους. Θα έβγαινε πρώτα εκείνος να δει αν πράγματι έφυγαν. Τα παιδιά κούρνιασαν ξανά στην αγκαθωτή φωλιά τους, έγιναν ένα με το χώμα να μη φαίνονται. Κι εκείνος βγήκε να μυρίσει την ελευθερία.

Το βλέμμα του πάγωσε όταν συναντήθηκε με το βλέμμα της γυναίκας του. Η φρίκη ήταν σχηματισμένη στο πρόσωπο της.

“Σύντροφε ήρθε η ώρα, φεύγουμε”, τους άκουσε να λένε. Και οι κάνες των όπλων τον σημάδευαν από δέκα μεριές.

Άρχισαν να ουρλιάζουν τα μικρότερα παιδιά, να πιάνονται από τα πόδια του και να σέρνονται πίσω του με κάθε βήμα.

Λίγο ακόμα σκεφτόταν, λίγο ακόμα και θα είχαν πράγματι φύγει. Λίγη ακόμα υπομονή αν έκανα θα είχα γλυτώσει. Λίγο ακόμα αν έμενα κρυμμένος…

Μα αυτό το λίγο, αρκούσε για να τον χωρίσει από την οικογένεια του. Αυτό το λίγο αρκούσε για να τον οδηγήσει στο άγνωστο. Σε ένα άγνωστο που ποτέ δε θέλησε να δει. Έριξε ένα βλέμμα όλο φαρμάκι στον χωριανό του κι εκείνος έστρεψε το κεφάλι του αλλού.

………………………………………………………..

και οι μέρες περνούσαν, και τα χρόνια έτρεχαν…

………………………………………………………..

Έλα μαζί μας της έλεγαν και προσπαθούσαν να την ξεγελάσουν. Ο Γιωρίκας περνάει καλά στην Πολώνια, έχει και του πουλιού το γάλα εκεί. Μη κάθεσαι εδώ μόνη σου να μεγαλώνεις τόσα παιδιά. “Αν περνάει καλά, να έρθει μόνος του να με πάρει”, τους έλεγε και τους γυρνούσε την πλάτη.

………………………………………………………..

και οι μέρες περνούσαν, και τα χρόνια έτρεχαν…

………………………………………………………..

“Που πας Γιώρικα από εκεί;” του σφύριξε μέσα από τα δόντια ένας από τους αντάρτες που τον ήξερε από το χωριό. Είχε πάει με τη θέληση του στην Πολωνία ο αντάρτης και είχε προνόμια.
Το σακί με τις πέτρες βάραινε τους ώμους του. Τους είχαν πει να μεταφέρουν τις πέτρες κάπου, δεν ήξερε που. Κοίταξε τον αντάρτη χωρίς να καταλαβαίνει. “Βρες τρόπο και φύγε” του είπε εκείνος χαμηλόφωνα στα ποντιακά.

Έκανε πως σκόνταψε και χτύπησε. Γέμισε αίματα το πόδι του και έμεινε πίσω. Οι άλλοι προχωρούσαν ακόμα. Δεν τους είδε ξανά.

Οι αντάρτες εκτέλεσαν όσους αντιδρούσαν…

………………………………………………………..

και οι μέρες περνούσαν, και τα χρόνια έτρεχαν…

………………………………………………………..

Έλα μαζί μας της έλεγαν και προσπαθούσαν να την ξεγελάσουν. Ο Γιωρίκας περνάει καλά στην Πολώνια, έχει και του πουλιού το γάλα εκεί. Μη κάθεσαι εδώ μόνη σου να μεγαλώνεις τόσα παιδιά. “Αν περνάει καλά, να έρθει μόνος του να με πάρει”, τους έλεγε και τους γυρνούσε την πλάτη.

………………………………………………………..

και οι μέρες περνούσαν, και τα χρόνια έτρεχαν…

………………………………………………………..

Κι έφτιαχνε κεμεντζέδες εκείνος, μεταμόρφωνε το ξύλο με το μικρό σουγιά του. Όσο ο βήχας του τρυπούσε τα σωθικά, εκείνος έφτυνε το αίμα και συνέχιζε να σκαλίζει το ξύλο. Η αρρώστια και η κακοπέραση είχαν εξαντλήσει το σώμα του. Δεν τον βάζαν να δουλέψει πια. Έμενε στους δρόμους. Τον λυπήθηκε μια οικογένεια και τον μάζεψε από τους δρόμους, να φροντίζει τα παιδιά όσο έλειπαν στη δουλειά. Σκεφτόταν τα δικά του παιδιά, το δικό του σπίτι και τα χωράφια του. Όλα αυτά που έχασε. Το δρόμο του γυρισμού που ήταν κλειστός. Και συνέχιζε να σκαλίζει τα ξύλα για να φτιάχνει κεμεντζέδες, να ακούει τον γλυκό τους ήχο και να ταξιδεύει το μυαλό του πίσω.

………………………………………………………..

και οι μέρες περνούσαν, και τα χρόνια έτρεχαν…

………………………………………………………..

Και ήρθαν άλλα χρόνια στην Ελλάδα. Και τα παιδιά έπαψαν να κρύβονται στους θάμνους. Κι εκείνη μπορούσε πια να ζει με όλα της τα παιδιά μαζί. Να μη τα φυγαδεύει το σούρουπο.

Κι άρχισε να προσπαθεί να φέρει τον άντρα της πίσω. Μα οι δρόμοι ήταν κλειστοί και οι ρουφιάνοι έλεγαν στο νοματάρχη, πως εκείνος είχε πάει στην Πολωνία με τη θέληση του.

Κι εκείνη δε μπορούσε να τον φέρει πίσω…

………………………………………………………..

και οι μέρες περνούσαν, και τα χρόνια έτρεχαν…

………………………………………………………..

Κι ήρθε μια μέρα η βασίλισσα στο χωριό. Στήθηκε γιορτή μεγάλη στην πλατεία για τον ερχομό της.
Κι έβαλε εκείνη ένα γράμμα, στα χέρια του παιδιού που κρατούσε τα λουλούδια για τη βασίλισσα.
Και το γράμμα μπήκε στην τσέπη ενός ακόλουθου.

………………………………………………………..

και οι μέρες περνούσαν, και οι μήνες έτρεχαν…

………………………………………………………..

Γούρλωσε τα μάτια του ο ταχυδρόμος με τη βασιλική σφραγίδα στο φάκελο και της πήγε το γράμμα χωρίς να μπορεί να κρύψει την ταραχή του.

Τα χέρια της έτρεμαν όταν τον άνοιγε. Κι άρχισαν να κυλάνε δάκρυα από τα μάτια της καθώς διάβαζε την επιστολή της βασίλισσας.

“Η επιθυμία σου θα γίνει δεκτή” έγραφε…

………………………………………………………..

και οι μέρες περνούσαν, και οι μήνες έτρεχαν…

………………………………………………………..

Και οι δρόμοι άνοιξαν. Κι εκείνος κατάφερε να φύγει από την Πολωνία, να γυρίσει πίσω στην Ελλάδα. Έφερε μαζί του ένα κι μπαούλο.

Όλοι οι περίεργοι τριγυρνούσαν έξω από το σπίτι. “Ο Γιώρικας έκανε λεφτά στην Πολωνία” μετέδιδε το ράδιο αρβύλα, “Έφερε μαζί του ένα μπαούλο λίρες” έλεγαν οι περισσότερο ενημερωμένοι για το θέμα και κουνούσαν τα κεφάλια τους συνομωτικά.

Εκείνος γελούσε όπως το σκεφτόταν, την ώρα που δούλευε στα χωράφια του. Δεν ήταν και ψέμα άλλωστε.

Το μπαούλο του, ήταν γεμάτο με τις λύρες που σκάλιζε με το σουγιά του στην Πολωνία.

………………………………………………………
………………………………………………………
………………………………………………………

Δεν έχω λύρα, μα ένας σουγιάς του παππού είναι περασμένος στα κλειδιά μου από τη μέρα που έκανε το πιο μεγάλο του ταξίδι…

Τον ήξεραν σαν του “νταουλτσή το Γιώρικα” και η μουσική κυλούσε στο αίμα του πολλές γενιές πίσω. Λυράρηδες και νταουλτζήδες που έστηναν γλέντια τριγυρίζοντας στον Πόντο ήταν οι πρόγονοι μου από την πλευρά της μητέρας μου. Κάποιοι συνεχίζουν την παράδοση αυτή ακόμα.

Σε μένα χάλασε το γλυκό. Η κιθάρα μου ποτέ δεν έμαθε να παίζει…

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha