Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Νεραϊδοχορός

Ήταν μια όμορφη νύχτα στα τέλη του Νοέμβρη, και το Νοέμβρη όπως ξέρετε η δύναμη των πνευμάτων αυξάνει στο μέγιστο.

Το ομορφότερο κορίτσι όλων των νησιών, ξεκίνησε να πάει μέχρι την πηγή για να γεμίσει νερό, όμως καθώς περπατούσε το πόδι της γλύστρισε και το κορίτσι έπεσε στο έδαφος. Θεώρησε πως είναι κακός οιωνός και όπως σηκώθηκε και κοίταξε γύρω της, της φάνηκε πως βρισκόταν σε ένα παράξενο και άγνωστο τόπο. Όλα γύρω της έμοιαζαν να είναι διαφορετικά, λες και κάποιος τα μάγεψε και μεταμορφώθηκαν.

Σε μικρή σχετικά απόσταση από εκεί που βρισκόταν, διέκρινε μια μεγάλη συντροφιά μαζεμένη γύρω από μια εκθαμβωτική φωτιά . Προχώρησε αργά προς το μέρος τους ώσπου βρέθηκε ανάμεσα στην παρέα. Εκείνοι παρέμειναν σιωπηλοί να την κοιτάζουν και τότε η κοπέλα φοβήθηκε και γύρισε να φύγει μακρυά τους, αλλά δε μπορούσε.

Τότε ένας γοητευτικός νεαρός που έμοιαζε με πρίγκηπα, όπως φορούσε τον κατακόκκινο μανδύα του και μια χρυσαφένια κορδέλα στα μακριά ξανθά μαλλιά του, την πλησίασε και της ζήτησε να χορέψει μαζί του.

“Είναι πολύ ανόητο εκ μέρους σας, κύριε, να μου ζητάτε να χορέψουμε”, του είπε, “δεν υπάρχει καθόλου μουσική.”

Τότε εκείνος, σήκωσε το χέρι του ζωγραφίζοντας ένα σημάδι στον αέρα και από την μεγάλη συντροφιά που καθόταν γύρω από τη φωτιά ξεκίνησε η πιο γλυκιά μουσική που είχε ακούσει. Ο νεαρός άντρας πήρε το χέρι της και χόρευαν και στροβιλίζοταν ώσπου το φεγγάρι και τα αστέρια χάθηκαν από τον ουρανό. Ένιωθε σαν να πετούσε στον αέρα και τίποτα στον κόσμο δεν είχε σημασία πια εκτός απο τη γλυκιά μουσική και το χορό με τον νεαρό πανέμορφο άντρα.

Όταν τελείωσε ο χορός, ο νεαρός άντρας την ευχαρίστησε και την κάλεσε να δειπνήσει μαζί τους. Τότε είδε ένα άνοιγμα στο έδαφος με σκαλοπάτια που έμοιαζαν να αιωρούνται στον αέρα. Ο νεαρός άντρας που φαίνεται πως ήταν ο βασιλιάς ανάμεσα τους, την οδήγησε κάτω από το έδαφος και η συντροφιά τους ακολούθησε. Κατέβηκαν αρκετά σκαλοπάτια και στο τέλος αντίκρυσε μια τεράστια αίθουσα, λαμπερή και πανέμορφη φτιαγμένη με χρυσό και ασήμι και πολλά φώτα τριγύρω. Στο κέντρο της αίθουσας υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι στρωμένο με όλου του κόσμου τις λιχουδιές και βαθύ κόκκινο κρασί μέσα σε χρυσές κούπες και κανάτες. Κάθησε στο τραπέζι και όλοι την πίεζαν να φάει από τις λιχουδιές και να γευτεί το κρασί. Όπως ήταν εξαντλημένη μετά το χορό η νεαρή κοπέλα, πήρε στα χέρια της τη χρυσή κούπα με το αρωματικό κόκκινο κρασί που της πρόσφερε ο νεαρός πρίγκηπας και την έφερε στα χείλια της για να πιεί. Τότε ένας άντρας την πλησίασε και της ψιθύρισε πολύ σιγανά
“Μη φας και μη πιείς τίποτα αν θέλεις να ξαναδείς το σπίτι σου”

Η κοπέλα ταράχτηκε με αυτό που άκουσε, άφησε στο τραπέζι την κούπα και αρνήθηκε να πιεί. Τότε η συντροφιά άρχισε να θυμώνει και μεγάλος θόρυβος άρχισε να ακούγεται. Ένας άγριος σκοτεινός άντρας σηκώθηκε από τη θέση του και της είπε

“Όποιος έρχεται μαζί μας πρέπει και να πίνει μαζί μας.”

Την άρπαξε από το χέρι και της έβαλε την κούπα με το κρασί στα χείλη τόσο βίαια που η κοπέλα κατατρόμαξε. Μα στο λεπτό ένας κοκκινομάλης άντρας έτρεξε κοντά της και την ελευθέρωσε από τη δυνατή λαβή του άγριου άντρα.

“Είσαι ασφαλής προς το παρόν,” της είπε. “Πάρε αυτό το βότανο και κράτα το στα χέρια σου μέχρι να φτάσεις στο σπίτι σου και κανείς δε θα σου κάνει κακό.” Και της έδωσε ένα κλαδί από ένα φυτό που ήταν γνωστό σαν Ather-Luss.

Η κοπέλα πήρε το κλαδί κι άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε μέσα στη σκοτεινή νύχτα, όμως όλη την ώρα άκουγε πίσω της βήματα να την καταδιώκουν. Στο τέλος, αφού έφτασε στο σπίτι της, μπήκε μέσα και ασφάλισε την πόρτα πίσω της. Την ώρα που ξάπλωνε στο κρεβάτι της, άκουσε βουητό μεγάλο από έξω και μια φωνή να την καλεί.

“Η δύναμη που είχαμε επάνω σου χάθηκε εξαιτίας της μαγείας του βοτανιού, όμως όταν χορέψεις ξανά με τη μουσική μας στο λόφο, τότε θα μείνεις μαζί μας για πάντα και τίποτα δε θα μπορεί να το εμποδίσει να συμβεί.”

Παρ’ όλα αυτά, η κοπέλα κράτησε το μαγικό κλαδί σε ασφαλές σημείο, και οι νεράϊδες δεν την ενόχλησαν ξανά, όμως πέρασε πάρα πολύς καιρός μέχρι να πάψει να ακούει στα αυτιά της την υπέροχη μουσική που την έκανε να χορεύει με τον όμορφο πρίγκηπα στο νεραϊδότοπο, εκείνο το βράδυ του Νοέμβρη…

Παλιός ιρλανδικός μύθος
photo by Howard David Johnson

5 σχόλια:

vitamineQ είπε...

Η δύναμη των πνευμάτων αυξάνει στο μέγιστο…
Το ξέρουμε άλλωστε Νοέμβρη γεννήθηκα…
Αλλά προς θεού… ότι και αν κάνετε μη χορέψετε μέσα στον κύκλο.. θα αιχμαλωτιστείτε εκεί για πάντα.
Πάντα μου άρεσαν αυτές οι ιστορίες
θέλουμε και άλλες ;)

roupis είπε...

Αρκετά καλός ο μύθος

ωραίο παραμυθάκι

Γράψε και άλλα αν ξέρεις, διαβάζονται ευχάριστα

Ακατέργαστος είπε...

Είναι από τα πιο όμορφα blogs!!!
Κι αυτό το post το έκανε πολύ πιο όμορφο… και πολύ πιο μαγικό!

butterfly είπε...

Ήταν πάρα πολύ μαγευτική ιστορία. Σου πάει το μυαλό σε απίστευτο ταξίδι, σε στέλνει σε ένα μέρος με πολλά δέντρα, με καταρράχτες, με πολλά όμορφα χρωματιστά λουλούδια και πολλές νεράιδες που χορεύουν στον αέρα και με τα ραβδάκια τους αφήνουν παντού χρυσόσκονη...

punk είπε...

Σε ένα χωριό που λέγεται Νεραϊδοχώρι, υπάρχει ένας πλάτανος. Ακούστε λοιπόν τη δική μου ιστορία. Ένας βοσκός είχε βγάλει τα πρόβατα του να βοσκήσουν. Ξαφνικά άκουσε τραγούδι και γέλια και παλαμάκια. Προσπάθησε να πάει εκεί που ακούγονταν οι φωνές και όταν πήγε είδε πολλές όμορφες κοπέλες να χορεύουν.
Αυτός κάθησε και τις κοίταζε κρυφά αλλά μία από αυτές του έκανε εντύπωση και την ερωτεύτηκε.
Όταν πια ξημέρωσε και πήγε σπίτι του το είπε στη μάνα του και εκείνη του είπε: "Για να την κάνεις δική σου πάρτης το μαντήλι που φοράει στο κεφάλι".
Αυτός πήγε πάλι το βράδυ σε αυτό το σημείο και τις είδε πάλι. Εκεί είδε και αυτήν. Της πήρε το μαντήλι και έφυγε
Η μάνα του όμως του είχε πει όσο και να σου το ζητάει αν θες να μείνει κοντάσου να μη της το δώσεις.
Αυτή λοιπόν έτρεχε κοντά του κλαίγοντας και του το ζήταγε αλλά αυτός το έκρυψε κάπου και αφού πέρασε ο καιρός και το ζήταγε κάθε μέρα έκαναν μαζί ένα παιδάκι και τότε του είπε "Τώρα που έχουμε μαζί παιδί και δε μπορώ να φύγω δώσε μου το μαντήλι μου".
Αυτός της το έδωσε και αυτή εξαφανίστηκε αλλά κάθε βράδυ ερχόταν και φρόντιζε το μωράκι.
Αυτός στεναχωρήθηκε και τα είπε όλα στη μάνα του και αυτή του είπε όταν θα ξαναέρθει κρύψου κάπου και πάρε πάλι το μαντήλι της.
Όταν ξαναπήγε το βράδυ η νεράιδα μας αυτός είχε κρυφτεί και της πήρε το μαντήλι και το έκαψε.
Αυτή από την στεναχώρια της πήγε στην πλατεία του χωριού και πέθανε από τον καημό της. Σε εκείνο το σημείο φύτρωσε ένας πλάτανος...

Δημοσίευση σχολίου

 
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha