Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

Δεν είχα σκοπό να γράψω σήμερα. Έχω αναλωθεί τόσο πολύ αυτές τις μέρες με σχόλια εδώ κι εκεί που ήταν καλύτερα να κάνω αποτοξίνωση παρέα με κώδικες και να μαλώνω μόνο με τα div και τα css που δε γουστάρουν τον Internet Explorer απ’ ότι μου εμπιστεύθηκαν ψιθυριστά.

Ανάμεσα στο δεύτερο και τρίτο καφέ τελειώσαν και τα τσιγάρα μου. Κώδικας χωρίς τσιγάρα δε παλεύεται και το μαγαζάκι στη γωνία θα άνοιγε στις 7.00 όπως κάθε μέρα. Έτσι αποφάσισα να κάνω μια επίθεση στο νεροχύτη για να εξουδετερώσω τα άπλυτα πιάτα που κόντευαν να φτάσουν μέχρι το ταβάνι και να ξεγελάσω λιγάκι το χρόνο. Συνήθως σε τέτοιες ανιαρές διαδικασίες σκέφτομαι ότι να ‘ναι. Κι έτσι έγινε το flashback…

Ερχόταν στη σκέψη μου εικόνες ανθρώπων, η μία μετά την άλλη. Ανθρώπων που δε βλέπω πια ή που μένουν αρκετά μακριά και έχουμε χαθεί εξ ανάγκης. Ανθρώπων που χωρίς να το γνωρίζουν ή να το επιδιώκουν διαμόρφωσαν τον τρόπο σκέψης μου στο πέρασμα του χρόνου.

Θυμήθηκα τον Άγγελο που με ταξίδευε σε χώρες μακρινές κάθε φορά που μιλούσαμε, περιγράφοντας μου τα ταξίδια του, τον Άγγελο που με τόση απλότητα και αθωότητα ομολογώ, μου έδειχνε μέσα στις άλλες φωτογραφίες και τον εαυτό του γυμνό σε κάποια παραλία. Για να μάθω μόνη μου, πως τα λόγια και οι σκέψεις είναι βρώμικες συνήθως κι όχι τα γυμνά ανθρώπινα σώματα. Τον φίλο μου τον Άγγελο που οδήγησε το μυαλό μου σε πολλά μονοπάτια κι οι αναμνήσεις μου θα έχουν πάντα το άρωμα του κέδρου από τη Γαύδο και τη γεύση της κίτρινης τεκίλας.

Η σκέψη μου συνέχισε το δρόμο που διάλεξε και με πήγε σε ένα βουνό για να μου δείξει το Μαρσέλο.

Το Μαρσέλο που ήταν βορειοηπειρώτης (ή κάτι ενδιάμεσο) κι είχε έρθει από μικρός στην Ελλάδα με την οικογένεια του για να μείνει σε εκείνο το βουνό. Ο Μαρσέλο που δε πήγε σχολείο μα προσπαθούσε να μάθει όσο καλύτερα γινόταν την Ελληνική γλώσσα. Ο Μαρσέλο που τα πρώτα χρόνια προτιμούσε να κρύβει πως ξέρει ελληνικά για να καταλάβει πως σκέφτεται ο κόσμος γύρω του.

Ο Μαρσέλο που μου ‘λεγε για τις πρόχειρες μικρές εκκλησίες που έφτιαχναν στην Αλβανία πριν από τις μεγάλες γιορτές και τα κόκκινα τσόφλια των αυγών που έπρεπε να προσέχουν μη τους πέσουν κάτω και τα δει κανείς. Ο Μαρσέλο που όσο κι αν ήθελε να κάνει παρέα μαζί μου προσπαθούσε να μη το καταλάβει κανένας από το χωριό για να με προστατέψει.

Ο Μαρσέλο που μια νύχτα έδιωξε κακήν κακώς έναν κακοπροαίρετο Αλβανό από το χωριό και τα μάτια του θυμίζανε φωτιές την ώρα που μου ‘λεγε πως με κάτι τέτοια μετά δεν αφήνουν την οικογένεια του σε ησυχία. Ο φίλος μου ο Μαρσέλο που για χάρη μου εκείνη την Πρωτοχρονιά κατέβηκε το βουνό με χιονοθύελλα, ενώ ο δρόμος ήταν κανονικά αποκλεισμένος, γιατί έμαθε πως έφτασα μέχρι εκεί και δε μπορούσα να βρω τρόπο να ανέβω.

Κι ύστερα είδα στα σοκάκια του μυαλού μου τον Αποστόλη, να με έχει σύρει σε μια εκκλησία τα ξημερώματα της Μεγάλης Πέμπτης για να με ρωτήσει με μάτια δακρυσμένα γιατί να τον θεωρούν αμαρτωλό. Τον Αποστόλη που φοβόταν να μιλήσει στους γονείς του για να μην τον διώξουν από το σπίτι. Τον Αποστόλη που είχε όνειρα και σχέδια και ταλέντο. Τον Αποστόλη που είναι ένα από τα πιο αξιόλογα άτομα που έχω γνωρίσει. Τον Αποστόλη που είχαμε μοιραστεί πολλές φορές μια σκηνή κάτω από τα αστέρια σε κάποια παραλία. Τον Αποστόλη που με βοήθησε να διακρίνω τη διαφορά ανάμεσα στους ομοφυλόφιλους και στις πουτάνες, αρσενικές και θηλυκές. Τον φίλο μου τον Αποστόλη που είναι ομοφυλόφιλος, μα ποτέ δεν ξεφτύλισε τον εαυτό.

Χαμογέλασα καθώς ξέπλενα το τελευταίο πιάτο. Περίεργο δρόμο διάλεξαν σήμερα οι σκέψεις μου. Έκλεισα τη βρύση κι αναζήτησα ένα τσιγάρο. Το μαγαζάκι άνοιξε και σήμερα στην ώρα του. Όπως κάθε πρωί…

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Design by Free WordPress Themes | Bloggerized by Lasantha